Saturday, November 28, 2009

My interview with the Greek daily Ελευθεροτυπία 28/11/2009


Πώς γεννήθηκαν και πώς διαμορφώθηκαν στην πορεία των δύο τελευταίων αιώνων το ελληνικό και το τουρκικό εθνικιστικό όραμα; Ο Σπύρος Σοφός, ο οποίος συνυπογράφει «Το βάσανο της Ιστορίας», μιλάει για τη σχέση ανάμεσα στους δύο αντίπαλους εθνικισμούς.
Σε ποιο βαθμό επηρεάζεται η άσκηση της εξωτερικής πολιτικής της χώρας και -πολύ περισσότερο- η συζήτηση περί της εξωτερικής πολιτικής και ειδικά της σχέσης με τα γειτονικά μας κράτη από τους εθνικούς μύθους και τα ιδεολογήματα που μεταδίδονται από γενιά σε γενιά; Και πού συναντιούνται οι εθνικές μας αφηγήσεις μ' εκείνες γύρω από την οικοδόμηση της τουρκικής εθνικής ταυτότητας; Πώς εξελίχθηκε στον χρόνο η πολύπλοκη σχέση ανάμεσα στα εθνικιστικά σχέδια Ελλάδας και Τουρκίας; Σε αυτά τα ερωτήματα επιχειρεί να απαντήσει η μελέτη που συνέγραψαν ο Σπύρος Σοφός, επιστημονικός ερευνητής στο Κέντρο Ευρωπαϊκών Μελετών του Πανεπιστημίου του Κίνγκστον στη Μεγάλη Βρετανία, και ο Ουμούτ Οζκιριμλί, διευθυντής του Κέντρου Ελληνοτουρκικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Μπιλγκί της Κωνσταντινούπολης.
Το γεγονός ότι ο Ελληνας πρωθυπουργός βρήκε την ιστορική μελέτη των Σοφού και Οζκιριμλί αρκετά ενδιαφέρουσα, ώστε να την προτείνει μέσω της ιστοσελίδας του, προκάλεσε την αγανάκτηση ορισμένων σχολιαστών, που προφανώς θεωρούν ότι έχουν δικαίωμα να επιπλήττουν και να καλούν σε απολογία τα πολιτικά πρόσωπα -άρα και όλους τους πολίτες- για τις αναγνωστικές επιλογές τους. Από την άλλη, το μοτίβο μάς είναι πλέον οικείο, αφού οποιαδήποτε ερμηνεία της Ιστορίας αρνείται να συμβάλει στη διαιώνιση εθνικιστικών φαντασιώσεων, αλλά θέτει ερωτήματα που επιδιώκουν να ρίξουν φως στο παρελθόν, τείνει να προκαλεί την οργή μιας μερίδας σχολιαστών. Ωστόσο, την ίδια στιγμή υπάρχει μια άλλη, πολύ ευρεία μερίδα της κοινωνίας που δεν εκπλήσσεται, ούτε αισθάνονται προσβεβλημένη επειδή η ιστορική έρευνα δεν συμπίπτει απαραιτήτως με όλα όσα διδαχτήκαμε στο σχολείο.
Γράφετε ότι «η ταυτότητα της Ελλάδας και της Τουρκίας είναι, και ήταν, από πολλές απόψεις ένα άλυτο ζήτημα, το οποίο εξακολουθεί να υφίσταται».
«Πρώτα θα ήθελα να πω ότι στην ελληνική μετάφραση αποδόθηκε ως "άλυτο", αυτό που στα αγγλικά είχαμε περιγράψει ως "ανοικτό". Παραμένει, λοιπόν, η ταυτότητα ένα ανοιχτό ζήτημα, με την έννοια ότι καμία εθνική ταυτότητα δεν είναι ποτέ κάτι που έχει καθοριστεί άπαξ και διά παντός. Στην πορεία τους τα έθνη πολλές φορές βρίσκουν τρόπους να ενσωματώσουν τη διαφορετικότητα. Οι σύγχρονοι Ελληνες, για παράδειγμα, ενσωμάτωσαν διάφορες γλωσσικές και πολιτισμικές ομάδες, όπως τους Βλάχους, πολλούς αλβανόφωνους, με τους οποίους είχαν κοινούς δεσμούς όπως η θρησκεία, αλλά και άλλους ελληνόφωνους της Βαλκανικής. Η σημερινή Τουρκία, πάλι, περιέχει πολύ διαφορετικές μεταξύ τους ομάδες γλωσσικές, πολιτισμικές και μάλιστα με συνείδηση εθνική -Κιρκάσιους, Κριμαίους, Αμπχάζιους, Κούρδους, Αζέρους, Αρμένιους. Σιγά σιγά κάθε έθνος προσπαθεί να ενσωματώσει άλλες ομάδες, πολλές φορές δεχόμενο ώς ένα βαθμό τη διαφορετικότητά τους και άλλες φορές προσπαθώντας να την αρνηθεί και να τη σβήσει από τους ορίζοντές μας. Πρόκειται για διαδικασία που παραμένει πάντα σε εξέλιξη».
Σε αυτή την ανοιχτή διαδικασία οφείλονται οι εντάσεις που προκαλούνται στην ελληνική κοινωνία κάθε φορά που προτείνεται μια ερμηνεία της Ιστορίας που αποκλίνει από την επίσημη εθνική αφήγηση;
«Ναι, γιατί πάντα υπάρχουν κοινωνικές ομάδες που προσπαθούν να παρουσιάσουν το εθνικό εγχείρημα ως τετελεσμένο γεγονός. Και τις στιγμές που αυτό αμφισβητείται -όχι με την έννοια ότι αμφισβητείται για να αμφισβητηθεί η ελληνικότητα των σύγχρονων Ελλήνων, αλλά με την έννοια ότι είμαστε εις γνώσιν της πραγματικότητας ότι υπάρχουν διαδικασίες ενσωμάτωσης άλλων ανθρώπων και εκπαίδευσής τους στην ελληνική κουλτούρα και γλώσσα- κάποιοι θεωρούν ότι απειλούνται αυτά που πιστεύουν. Αισθάνονται ότι απειλούνται ως κοινωνικές δυνάμεις. Είναι γνωστό ότι η σύγχρονη Ελλάδα δημιουργήθηκε με το ιστορικό βάρος της αρχαίας Ελλάδας. Και πολλοί δεν μπορούν να δεχτούν ότι μέσα στους αιώνες που μεσολάβησαν από την αρχαϊκή, κλασική περίοδο μέχρι σήμερα, το ελληνικό έθνος εξελίχθηκε σε κάτι πολύ πιο πολύπλοκο από αυτό που ήταν τότε, ότι μέσα σε αυτούς τους αιώνες πληθυσμοί ενσωματώθηκαν, η γλώσσα μας άλλαξε σε έναν βαθμό, πέρασαν κατακτητές που κάτι άφησαν. Αυτά τα πράγματα είναι δύσκολα για κάποιον που βλέπει την ιστορική συνέχεια σαν κάτι που δεν έχει διαταραχτεί ποτέ μέσα σε 25 αιώνες, είναι δύσκολο για ανθρώπους που έχουν αυτό το ερμηνευτικό σχήμα στο μυαλό τους να αντιληφθούν ότι μπορεί να υπάρχουν γνώμες που αμφισβητούν αυτή την άποψη».
Δεν σας εξέπληξαν δηλαδή κάποιες φωνές που εκφράστηκαν καταγγελτικά εναντίον του βιβλίου;
«Δεν με εξέπληξαν ώς ένα βαθμό, αλλά με εξέπληξε το γεγονός ότι διαστρεβλώθηκαν απόψεις που υπάρχουν μέσα στο βιβλίο και ότι παρουσιάστηκαν σαν δικά μας λόγια ανθρώπων που έζησαν τον 19ο αιώνα. Πάντα είναι καλό ένα βιβλίο να προκαλεί διάλογο, αλλά με προβλημάτισε έντονα η προσπάθεια να απομονωθούν κομμάτια του βιβλίου, να παρουσιαστούν έξω από το πλαίσιό τους και να παρουσιαστούν με τέτοιο τρόπο, ώστε να κινητοποιήσουν ανθρώπους οι οποίοι δεν έχουν διαβάσει το βιβλίο και οι οποίοι είναι έτοιμοι να το ρίξουν στην πυρά για λόγους που θίξαμε νωρίτερα».
Στο βιβλίο κάνετε λόγο για μια «υπαρξιακή σχιζοφρένεια», που άφησε τα σημάδια της τόσο στον ελληνικό όσο και στον τουρκικό εθνικισμό. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της;
«Στην περίπτωση της Ελλάδας θα έλεγα ότι -όπως έχει γραφτεί κατά κόρον στο παρελθόν- το ιστορικό βάρος της κλασικής αρχαιότητας έκανε πάντα τους Νεοέλληνες να νιώθουν ότι δεν είναι αντάξιοι του παρελθόντος που τους είχε δοθεί από τη Δύση και τους Διαφωτιστές σαν δικό τους. Αυτό έλαβε, για παράδειγμα, τη μορφή του καθαρισμού της ελληνικής γλώσσας μέσω του εγχειρήματος της καθαρεύουσας, που οδήγησε πάρα πολλούς Ελληνες για πάρα πολλά χρόνια να χρησιμοποιούν άλλη γλώσσα στο σπίτι τους και άλλη στη διοίκηση ή στο σχολείο. Επειτα, υπήρχαν πράγματα που ήταν δύσκολο να κατανοηθούν όσον αφορά την Ιστορία της συνέχειας του ελληνικού έθνους, λόγω της υπέρμετρης έμφασης στην αρχαία Ελλάδα. Χαρακτηριστικό είναι ότι όταν ιδρύθηκε η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, οι μέλλοντες ιστορικοί διδάσκονταν αποκλειστικά την αρχαία Ιστορία και τίποτε για τον Μεσαίωνα ή έστω την Ελληνική Επανάσταση. Πολλοί, όπως ο Αλέξανδρος Σούτσος, ήταν ιδιαίτερα κριτικοί ως προς αυτό, θεωρώντας ότι ήταν μια σχιζοφρενική άποψη γύρω από το τι είναι το ελληνικό έθνος».
Και στην περίπτωση της Τουρκίας;
«Σε αντίθεση με τους Ελληνες, οι Τούρκοι αντιμετωπίζονταν από τη Δύση σαν βάρβαρες ορδές που είχαν έρθει στην Ευρώπη, τους συνόδευαν διάφορες οριενταλιστικές εικόνες. Κατά συνέπεια ήταν πολύ σημαντικό γι' αυτούς να προσπαθήσουν να βρουν ένα παρελθόν που θα ήταν αντάξιο του ευρωπαϊκού πολιτισμού και θα μπορούσε να ανταγωνιστεί το παρελθόν το οποίο το ελληνικό κράτος είχε κατά κάποιον τρόπο οικειοποιηθεί. Ετσι, προσπάθησαν να συνδέσουν τον τουρκικό πολιτισμό και το τουρκικό έθνος με τους ευρωπαϊκούς λαούς, δημιουργώντας γλωσσικές θεωρίες που τόνιζαν ότι οι ινδοευρωπαϊκές γλώσσες προέρχονταν από αρχαίες τουρκικές, κάνοντας εκτεταμένη αναθεώρηση στην Ιστορία τους και καθαρίζοντας, όπως και οι Ελληνες, τη γλώσσα τους σε βαθμό που οι πρώτες γενιές των πολιτών της Τουρκικής Δημοκρατίας δεν μπορούσαν να καταλάβουν τη γλώσσα που μιλούσε η ελίτ -χαρακτηριστικό είναι ότι ακόμη και σήμερα, αν διαβάσει ένας Τούρκος τους πρώτους λόγους του Κεμάλ Ατατούρκ δεν θα μπορέσει να καταλάβει σχεδόν το μισό κείμενο, γιατί είναι γεμάτο νεολογισμούς της εποχής».
Το Κυπριακό πώς διαμόφωσε τις εθνικιστικές αντιλήψεις στις δύο χώρες;
«Ενίσχυσε και στις δύο χώρες την αίσθηση ότι είναι απειλούμενες από το γείτονά τους. Αλλά οφείλω να πω ότι ο εθνικισμός και στα δύο μέρη της Κύπρου είχε ταυτόχρονα τη δική του δυναμική, που ήταν διαφορετική από τους εθνικισμούς στην Ελλάδα και την Τουρκία. Οπως ξέρουμε, το Κυπριακό ήταν μια από τις αφορμές για τα Σεπτεμβριανά -ήταν μια αφορμή που μπορούσε πολύ εύκολα να κινητοποιήσει πληθυσμούς και να τους ωθήσει να προβούν σε βιαιοπραγίες, να ξεχάσουν ότι οι Ελληνες ζούσαν ανάμεσά τους για αιώνες. Το ίδιο και στην Ελλάδα, το Κυπριακό πολλές φορές έχει κάνει τους Ελληνες να νιώσουν πιο έντονα την αίσθηση της απειλής από την Τουρκία. Από την άλλη μεριά, η δική μας έρευνα έδειξε ότι και στις δύο χώρες υπάρχει και μια σχετική κόπωση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και οι Ελληνες και οι Τούρκοι δεν βλέπουν την Κύπρο σαν ένα σημαντικό κομμάτι και των δύο εθνών. Νομίζω όμως ότι σήμερα η πιο διαδεδομένη άποψη, τουλάχιστον κατ' ιδίαν, είναι ότι θα πρέπει να υπάρξει μια διπλωματική λύση, μια δίκαιη λύση, που δεν θα παραπέμπει σε συγκρούσεις».
Αναφέρετε ότι στις αρχές του 20ού αιώνα, για τους Ελληνες εθνικιστές και διαμορφωτές της εξωτερικής πολιτικής, η ελληνικότητα της Μακεδονίας δεν ήταν δεδομένη. Ποια ήταν η ταυτότητα των πληθυσμών της;
«Ναι, και βέβαια ούτε εδώ εισάγουμε καινά δαιμόνια. Αυτό που συμβαίνει στη Μακεδονία στις αρχές του 20ού αιώνα είναι ότι έχουμε πληθυσμούς ελληνόφωνους, έχουμε πληθυσμούς που μιλούν διάφορες σλαβικές διαλέκτους που μοιάζουν με τη βουλγαρική, έχουμε Βλάχους, έχουμε Εβραίους -έναν τεράστιο αριθμό Σεφαραδιτών-, έχουμε Αλβανούς, Τούρκους, έχουμε άλλους μουσουλμάνους απροσδιόριστους γλωσσικά ή εθνικά. Η Μακεδονία ήταν μια περιοχή, που αν προσπαθούσε κανείς να την περιγράψει με μια λέξη, θα έλεγε ότι ήταν κατά κάποιον τρόπο απροσδιόριστη. Αυτή η παραδοχή δεν αναιρεί το γεγονός -όπως κάποιοι φαντάζονται ότι κάνει- πως υπήρχαν πληθυσμοί που ήταν ελληνόφωνοι και ορθόδοξοι. Αυτό που λέμε είναι ότι για όλους τους λαούς της περιοχής η Μακεδονία ήταν κατά κάποιον τρόπο μια πρόκληση -μια πρόκληση για την ελληνοποίηση ή τη βουλγαροποίηση ή τη σερβοποίησή της ή τη διατήρησή της ως οθωμανική. Και αυτή η πρόκληση ήταν προϊόν της πολυπολιτισμικότητας, της πολυγλωσσίας και της συνύπαρξης πολλών θρησκειών στην περιοχή. Ο Χαρίλαος Τρικούπης, χαρακτηριστικά, πολύ πριν οι Ελληνες ξεκινήσουν τον Μακεδονικό Αγώνα, είχε δει αυτήν την πρόκληση και είχε τονίσει ότι η Μακεδονία είναι μια γη που θα μπορούσε κάλλιστα να μετατραπεί σε ελληνική ή σε βουλγαρική -εκείνη την εποχή έβλεπε τους Βούλγαρους μόνο σαν αντίπαλο δέος. Ο Τρικούπης, πολιτικός με μεγάλη διορατικότητα, έβλεπε ότι η Μακεδονία ήταν ένα πεδίο μάχης -μάχης σε μεγάλο βαθμό ιδεολογικής- να πειστεί ο πληθυσμός ότι είναι Ελληνες ή Βούλγαροι ή Σέρβοι. Και αυτό έγινε: οι χώρες της περιοχής έστειλαν εκπαιδευτικές αποστολές και στρατιωτικά σώματα, προσπαθώντας να πείσουν τον πληθυσμό να ασπαστεί τις ορθές κατά τη γνώμη τους αξίες. Δεν νομίζω ότι αυτό είναι κάτι που πρέπει να εκπλήσσει».
Η μικρασιατική εκστρατεία πώς επέδρασε ειδικά στον τουρκικό εθνικισμό;
«Η μικρασιατική εκστρατεία έπαιξε έναν πολύ σημαντικό ρόλο, γιατί ο τουρκικός εθνικισμός σε μεγάλο βαθμό βασίζεται στο ιδεολόγημα ενός έθνους σε άμυνα. Μιλάμε για εποχή που η οθωμανική αυτοκρατορία είναι υπό κατάρρευση επί δεκάδες χρόνια, ίσως και επί μία εκατονταετία, και τα σημάδια της κατάρρευσης είναι πλέον πασιφανή και στον πιο απομακρυσμένο χωρικό της Ανατολίας. Γάλλοι, Βρετανοί, Ιταλοί και Ελληνες αποκτούν ερείσματα στη Μικρά Ασία και οι τελευταίοι προελαύνουν προς το εσωτερικό της Ανατολίας. Ανάμεσά τους, οι Ελληνες έχουν θα έλεγα κάποια νομιμοποίηση λόγω του ότι υπάρχουν πληθυσμοί που προσβλέπουν στην Ελλάδα ως τη μητέρα πατρίδα. Αλλά για πολλούς μουσουλμάνους, οι οποίοι είναι τουρκόφωνοι κατά κανόνα αλλά όχι μόνο, αυτό εκλαμβάνεται ως απειλή. Γιατί η Μικρά Ασία, όπως και η Μακεδονία, ήταν μια περιοχή που τουλάχιστον στα παράλια ήταν κατοικημένη από πάρα πολλούς διαφορετικούς πληθυσμούς. Ο Κεμάλ Ατατούρκ και το επιτελείο του βλέπουν αυτήν την ανησυχία, την αγωνία θα έλεγα, και επιτυγχάνουν να την εκμεταλλευτούν για την προώθηση του εθνικιστικού τους προγράμματος. Ακόμη και σήμερα, οι μαθητές διδάσκονται ότι το τουρκικό έθνος αναγεννήθηκε μέσα από τον αγώνα του να εκδιώξει από τη Μικρά Ασία τους ιμπεριαλιστές, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται κατά κύριο λόγο και οι Ελληνες. Ετσι είδαν τη μικρασιατική εκστρατεία. Ηταν πολύ σημαντικό το γεγονός ότι αυτή η αντιιμπεριαλιστική ιδεολογία, από τότε μέχρι και σήμερα, είναι αναπόσπαστο τμήμα του τουρκικού εθνικισμού». *


Info:
Ουμούτ Οζκιριμλί - Σπύρος Α. Σοφός, «Το βάσανο της Ιστορίας. Ο εθνικισμός στην Ελλάδα και στην Τουρκία», Εκδόσεις Καστανιώτη


«Οι κεμαλιστές ήθελαν εκσυγχρονισμό με όρια»
 
Ο τουρκικός εθνικισμός είχε έναν ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Σήμερα, ωστόσο, βλέπουμε ένα ισλαμικό κόμμα να υπερασπίζεται την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας με πολύ μεγαλύτερη συνέπεια απ' ό,τι το κεμαλικό κατεστημένο.
«Οι οπαδοί του κεμαλισμού για πάρα πολύ καιρό παρουσίασαν τους εαυτούς τους ως τους εκσυγχρονιστές στην Τουρκία -ο στρατός, η δημόσια διοίκηση και κάποιες ελίτ διανοουμένων- τόνισαν αυτό το στοιχείο, ότι αυτοί έσπρωξαν την Τουρκία από την οθωμανική της οπισθοδρόμηση και τη μετέτρεψαν σε ένα μοντέρνο κράτος. Αλλά τα επιχειρήματά τους υπήρξαν πάντοτε μερικά, δεν ήταν πλήρη, με την έννοια ότι οι γραφειοκρατικές ελίτ ήθελαν έναν εκσυγχρονισμό με όρια, έναν εκσυγχρονισμό χωρίς εκδημοκρατισμό. Οι πιθανότητα να γίνει η Τουρκία μέλος της Ε.Ε. λειτούργησε νομίζω όπως είχε λειτουργήσει και η αντίστοιχη προοπτική της Ελλάδας τη δεκαετία του '70, δηλαδή ώθησε τις δυνάμεις που θα ήθελαν να περιορίσουν τις δυνατότητες του στρατού να παρεμβαίνει στην πολιτική ζωή της Τουρκίας να προωθήσουν φιλοευρωπαϊκά προγράμματα. Και εκείνη την εποχή, στις αρχές του 21ου αιώνα, το μόνο μη κεμαλικό κόμμα με επιρροή στην τουρκική κοινωνία ήταν οι Ισλαμιστές. Οι Ισλαμιστές επιδίωκαν να περιορίσουν το ρόλο του στρατού σαν κηδεμόνα της τουρκικής δημοκρατίας, δεν ήθελαν άλλα πραξικοπήματα, οπότε ήταν φυσικό να προωθήσουν τον εξευρωπαϊσμό της κοινωνίας. Οχι γιατί όλοι μέσα στο κυβερνών κόμμα είχαν ειλικρινή πρόθεση να το κάνουν, αλλά γιατί είχαν συμφέρον να το κάνουν. Οφείλω να πω ότι μέσα στο ΑΚΡ υπάρχει ένα φιλοευρωπαϊκό ρεύμα που έχει με συνέπεια προωθήσει τις μεταρρυθμίσεις, αλλά σε μεγάλο βαθμό υπήρξαν και ευκαιριακές κινητοποιήσεις γύρω από το θέμα της Ευρώπης. Η ουσία είναι ότι η διαδικασία εξευρωπαϊσμού είναι κάτι που έχει θετικά αποτελέσματα ως προς το πολιτικό σύστημα και την εύρυθμη λειτουργία της δημοκρατίας, χωρίς φυσικά να είναι πανάκεια. Στην Τουρκία βλέπουμε ότι έχουν τεθεί σε κίνηση διαδικασίες που ασκούν πιέσεις στο κεμαλικό κατεστημένο και αποδυναμώνουν κατά καιρούς το στρατό, που για πρώτη φορά βρίσκει εμπόδια στην ανάμιξή του στην τουρκική πολιτική. Αν και πιστεύω ότι αυτή τη στιγμή ο στρατός έχει βρει ένα modus vivendi με τον Ερντογάν».

Friday, November 27, 2009

Letter from the Republic of Macedonia

ANOTHER EUROPEAN DEFICIT: IS THERE RESPONSIBLE SCHOLARSHIP? by Biljana Vankovska










A spectre has been haunting the intellectual circles in the region of former Yugoslavia for years. It’s probably more appropriate to talk about a haunting fear of being seen as a follower of any of the nationalistic policies that ended in a Balkan tragedy. Even the new generations of scholars and intellectuals bear the scars of the “original sin” of their older colleagues, i.e. their passive stand or even active support of nationalistic leaders from the end of 20 century. The (un)conscious feeling of responsibility and guilt for the bloody Yugoslav turmoil is being constantly mixed with the fear of possible stigmatization as a “nationalist”. Milosevic’s or Tudjman’s ghosts are hanging as a Damocles’ sword over anybody who dares speak about “national issues”, or, even worse, if s/he dares to pronounce a critical opinion on NATO/EU/USA (especially having in mind that these international actors have been the principal “peacemakers” and “state-builders”). Political correctness is in high esteem in the academic and public circles: it includes not questioning anything that comes from the so-called international community. In societies that suffered violent and inter-ethnic conflicts, inter-ethnic tolerance and pro-NATO/EU stands qualify as the best recommendation for ‘membership’ in the (allegedly) progressive and democratic forces. Instead of a culture of dialogue there is the dominance of a culture of hypocrisy; dealing with the past is being replaced with working on an agenda of capacity building and accession to NATO/EU (politics without democracy in states without sovereignty). On our way away from the darkest age of militant ethno-nationalism it seems as if we have ended up with another age of apotheosis and non-critical thinking when it comes to the “bright new future” and “strategic goals” of our new states. The seductive and soft disciplining power of our obscure objects of desire work with amazing effect. In some cases, this phenomenon takes the form of national self-punishment and masochism - for whatever gets wrong with the international state-building therapy that was applied to these countries, the “progressive” and “pro-European” intellectual is expected to immediately assume that it must have been the fault of his/her own society, and the resistance of the domestic reactionary and nationalistic circles. The new generations are educated in a spirit of another type of nationalism - euro-nationalism. To paraphrase Bill Blum: if love (for one’s country) is blind, then love for EU/NATO has lost all five senses. Our internal dilemma of recognizing different kinds of nationalists is therefore very complex - it’s hard to distinguish between those who adore the EU/NATO with eyes wide closed and those who are ready to say “enough is enough”. Or to refer to David Chandler’s book, the empire in denial works - the best examples are to be found in the intellectual circles. They work hard on building state-like shells without any political content, and on capacity building and “partnership” with the mighty allies that transform the normal notions of sovereignty and political independence into technical “capacity building”.

  Milan Paradinovic

To quote Susan Woodward, we now witness state structures that have lost any contact with their societies, because it is believed that people/citizens are not to be trusted, they can be easily manipulated, so it’s better to keep them under control. In such societies, the only dissidents one can expect are those “radicals” who still stubbornly resist the non-critical mantra of EU/NATO futures for the region. Yet at second thought, I would believe that some of us have been too naive when fully trusting in basic principles of democracy, human rights and the normative power of the united Europe. Once one gets too devoted to the original normative foundations of the Western civilization, i.e. s/he accepts them at their face value and takes them too seriously, one risks to be labeled a radical.
For many years I also believed in the so-called responsible scholarship that combines critical/creative thinking on issues of high societal and global significance with engaged citizenship. As long as I had a self-critical position towards the developments in my own society, I was very welcome and respected in Western academic and intellectual circles. I could be (and was) invited on any conference, seminar, project etc. that dealt with the conflicts and demokraturas in the Balkan region. But the moment I got more self-confidence and became aware of the democratic deficit in the Western power structures, the attitude changed – more than once I had to suffer overt offences, like the one I heard at a conference in Berlin, of being “ungrateful local who dares criticise internationals who invest so much in my bloody region”. As soon as my fascination with the Western academic and intellectual community faded away and I positioned myself together the minority of critical Western intellectuals and peace researchers, the situation changed dramatically. But this is a position I would not exchange for anything else. So no matter how risky this may be, I try to summon the courage to tell my foreign colleagues that they have failed in their homework. For years I was overtly talking about the unprincipled politics of the international community towards Serbia, Bosnia or Kosovo, but never said or wrote something about what causes a pain to me - the Macedonian-Greek dispute. But now is the time, whatever is the cost.
My first contacts with the Western European academic and intellectual community were established during the darkest period of my former homeland, Yugoslavia. My whole world collapsed over night; everything I loved and was proud of in that country appeared to be just a chimera. Millions were separated by borders, and, even worse, by trauma and hatred. It is true that destiny spared Macedonia from the worst bloodshed that engulfed other parts of former Yugoslavia (but this was no comfort to somebody who felt still birth-ties with all those millions). Yet, even in my Macedonia there were so many obstacles to overcome. Personally, like many of us here, I had to try to understand what had happened and why, and, most importantly, how to prevent future tragedies. Talking to my foreign colleagues I learned a lot about the bloody histories of their own nations, traumas and shame of their societies. Often they were trying to comfort me and many others from this region that what was going on with us was neither unique, not related to our “Balkan nature”. Many of those people were (and still are) my gurus, my role models, and friends from whom I learned a great deal about ourselves, but also about the hypocrisy and fallacies that govern the world and their developed societies.
Despite the clear fact that I am obliged to many of my European and other colleagues, it is also true that I had many valuable things to offer. They were learning from me too. Maybe (and especially at the beginning) I was incapable to offer a theoretical elaboration of the regional chaos, but I was always willing to be their interlocutor, to comment and help them understand better the local developments and constellations. Often I felt as if I was just a transit station on the career path of others, as somebody who was always welcoming and waving goodbye, while following their academic achievements, books, doctoral theses and surveys on this damned piece of land that I love. It was painful to take part in projects that comprised worst case scenarios where Macedonia ceases to exist. For some people I remained just a piece or a sentence in their publications or newspaper reports. It did not pass too long before I cynically realized that most of these people were coming here for business reasons - my country and region were just on the global map of “peace business” and “conflict tourism” – rather than out of empathy and altruistic motives. This conclusion was based on the fact that vast majority of these researchers were caring only for their CVs, tenures, academic competition, while just a few of them would ever protest against the harmful Western therapies applied in the Balkans. Responsible scholarship was thus just a word, a nice idea, or maybe a fashionable buzz-word... Some of my close friends were amused by my disappointment with the Western scholarly community and with liberal democracy in general. They simply advised me to take off my pink glasses and see for myself. And I did see ... the alienation, aggressive competitiveness, the glory and misery of the intellectuals who would do anything to get a grant from Mr. Solana. I did hear people overtly talking about my miserable country and uneducated people, forgetting that they make money precisely because of these “les misérables” and their historical misfortune, in a region that is being treated as an experimental laboratory in the international state-building.
This piece is a hopeless cry for any form of responsible scholarship at a time when Macedonia is faced with another state failure due to the external pressures to “endure the unendurable”, i.e. to exchange its name and identity to get the EU negotiation process started. In my naive hope, the experts in the Balkans should be alarmed at the eve of another protracted conflict, in which, paradoxically, the EU blindness towards the nationalism in its own yard will be responsible for the outcome. The scholars who deal with identity conflicts are expected to know very well that the so-called “name dispute” is an insoluble problem. Even if one ignores the unethical and indecent EU offer to a weak and impoverished state and its people, I would expect at least the conflict managers to be aware of the seeds of a new protracted conflict with all necessary potential to explode as an intra-Macedonian, an inter-ethnic (Macedonian-Albanian) and an even wider regional one. (I simply refuse to believe that the EU or USA want another bloody collapse in the Balkans).
Macedonia lives a schizophrenic life: over 95 % of the citizens long for a NATO/EU membership, believing that it would resolve all their daily and social problems. Such a great majority of the population turns a blind eye and behave as a “war profiteers” when disregarding the illegality of their state participating in all the US-led military adventures. The “soul” of a nation that knows what war means has been sold, just to get into NATO (the shortcut to the main goal - EU). Yet even Faust has his own limits... Thus, a vast majority of ethnic Macedonians reject any possibility of “compromise” over their name. At the same time there are few ethnic Albanians who would not exchange the name for a NATO/EU future, especially as the name Macedonia/Macedonian means almost nothing to them. An array of diplomats and envoys send “encouraging” messages to the Macedonian government to swallow the bitter pill for the wellbeing of its people. This is what I call a recipe for protracted conflict. Paradoxically, the EU policy of enlargement may easily come to trigger another identity conflict. One could easily say it is just an irrational argument of a conspiracy theory against the unrecognized Macedonian nation, but let me remind you that perceptions matter. Regardless of good intentions, the outcome may lead us into Dante´s Inferno. Macedonia, once a miracle, an oasis of peace and a success story of EU conflict management is on the edge of failure. For the third time in 20 years.
Let me be frank. After 20 years I still can’t understand what keeps my foreign colleagues in the allegedly progressive and united Europe turning their blind eye at the chauvinism and fascistic treatment of Romas (to mention just one example). While we are being taught on tolerance, Europeans live comfortably with the discrimination in their own backyard of citizens of, let’s say, Arab origin. When it comes to Turkey’s membership to EU, even elites have stopped lying and admit -with a dose of embarrassment- that its main “fault” is having the “wrong religion”. Why are scholars and intellectuals so quiet when it comes to the growing democratic deficit of the Union (the way Lisbon Treaty was ratified is just the cherry on the top). European responsible scholars do not have at hand any good excuses, such as a lack of freedom of speech and action. I have a fully legitimate right to pass judgement on the capacity of Europeans, whether in terms of civil society or intellectual community, when an army of NGO and other activists has been so busy with state-building - and now even North-Macedonian nation-building? I am just wondering if you are so busy, indifferent or self-righteous.
Greek nationalism is something that you have been aware of for years. It is being tolerated, and even supported at some crucial historical moments (Germany’s support in exchange for Greece’s recognition of Slovenia and Croatia). For all other Balkan nationalisms there is not even a presumption of innocence (to use a legalistic rhetoric), but the Greek – and now Bulgarian- nationalisms are hidden skeletons in the European closet. When the noise becomes too loud to ignore, many of my European colleagues (as nice and well-mannered people) just shrug their shoulders and benevolently say something appropriate about “the most bizarre and the most ridiculous dispute” in the history of international relations.
One can take this piece as a warning without gloves: Macedonia is weak state, partly because of the international medicines and conflict mismanagement. She has no capacity to endure the forceful pressure of a number of nationalisms. The problem is not only in the flagrant violation of the collective right to have its own name, with the possible loss of the one and only identity name by which we recognize ourselves; this is about opening Pandora’s box again. At this very moment, Greek nationalism is given a ‘European’ veil and, even worse, is institutionalized through the ‘democratic procedures’ of the NATO/EU structures.
The author of these words is a strong critic of the Macedonian government and many of its policies, mainly because of its pathetic turn towards antiquity (so typical for all Balkan nationalists), its intention to build a monument to Alexander the Great (one of the greatest mass murderers in history, in my humble opinion) and similar steps. I am writing this as a Kassandra, whose intuition says that many of you, my dear foreign colleagues, are going to come here any time soon. There will be plenty of empirical material for your new books, analyses, dissertations. But now, having warned about your unfinished homework, entitled responsible scholarship, I owe just one last message: please do not schedule meetings and interviews with me, I won’t be there to answer obvious questions on why the success story failed again. Sincerely, why would I have any real interest in the progress of Western scholarship on the Balkans? Why scholarship at all, if not to change reality and to act? Most probably, I’ll be busy doing my own homework.